Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

θολίαι τε και αποπτύγματα


Θολίαι τε και αποπτύγματα - δύο όροι από τον κοινό χώρο της τέχνης και της αρχαιολογίας, συνοδεύουν τα πρόσφατα έργα της Ειρήνης Γκόνου και του Μίλτου Παντελιά

Οι θολίες είναι τα ιδιότυπα καπελάκια των Ταναγραίων ειδωλίων της ελληνιστικής εποχής-μιας μεγάλης γενιάς πήλινων γλυπτών με ιδιαίτερη έμφαση στην ένδυση. Η μικρών διαστάσεων σειρά γλυπτών από ψημένο πηλό της Ειρήνης Γκόνου είναι εμπνευσμένη από τα ειδώλια αυτά.

Τα αποπτύγματα-ένα είδος αναδιπλούμενης πτύχωσης, είναι ο όρος που χαρακτηρίζει την νέα σειρά έργων του Μίλτου Παντελιά. Το σώμα της γυναίκας αναδύεται και εικάζεται μέσω της πτύχωσης και είναι τόσο μακρύς στον χρόνο ο εννοιολογικός σύνδεσμος πτύχωσης και γυναικείου κορμιού, ώστε αυτή να ταυτίζεται συνειρμικά με την θηλυκότητα.

Η ATRION GALLERY της Θεσσαλονίκης θα φιλοξενεί την έκθεση "θολίαι τε αποπτύγματα" από τις 7 έως τις 30 Απριλίου 2011.

ATRION GALLERY: Τσιμισκή 94, 54622 Θεσσαλονίκη,

Εγκαίνια: Πέμπτη 7 Απριλίου 2011, στις 19.30

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

my tanagras




τον απρίλιο του 2004 έτυχε να δω στο λούβρο την έκθεση tanagra, mythe et archeologie και να ανακαλύψω τον υπέροχο γυναικείο κόσμο των ταναγραίων. πολλά κοινά στοιχεία στον τρόπο σκέψης και στον τρόπο εκτέλεσης με έκαναν να σκύψω προσεκτικά πάνω στο θέμα και να το ψάξω καλύτερα στην εποχή του.
μέσα από τον κατάλογο του μουσείου ανακάλυψα οτι η τεχνική του πηλού και η μέθοδος ψησίματος των ταναγραίων –η κοροπλαστική- είναι η ίδια ακριβώς μέθοδος που ακολουθώ κι’εγώ από την αρχή της ενασχόλησής μου με την κερακεική γλυπτική. ο άλλος πόλος έλξης ήταν τα διάφορα ενδυματολογικά στοιχεία και αξεσουάρ της εποχής που χαρακτηρίζουν την φιγούρα, το μικρό της σχήμα, η χάρη και απλότητά της, όπως επίσης και το γεγονός οτι δεν ανήκει στην κατηγορία της «μεγάλης γλυπτικής», αλλά συναλλάσεται ως ένα «ομοίωμα» με όλο τον κόσμο. μπορούσε δηλαδή να συντροφεύει τον απλό άνθρωπο σε όλες τις στιγμές της ζωής του, όπως κάνει ακόμα σήμερα ένα αφρικάνικο ειδώλιο. μία τέχνη που είναι η ίδια η ζωή χωρίς περιτά και χωρίς τον ιδιαίτερο χώρο που εμείς την τοποθετούμε σήμερα.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

όταν τα ειδώλια φορούσαν τα καλά τους


Το κείμενο που ακολουθεί είναι σημειώσεις που έγραψα μελετώντας το θέμα της Ταναγραίας, την σημασία τους και την τεχνική τους, δουλεύοντας την έκθεση “θολίαι τε και αποπτύγματα”. Η έκθεση που θα γίνει τον Απρίλιο του 2011 στην γκαλερί Άτριο της Θεσσαλονίκης μαζί με τον Μίλτο Παντελιά στο κομμάτι αποπτύγματα, είναι ένας εικαστικός διάλογος σε μία “αρχαιολογική” περιρρέουσα ατμόσφαιρα.


Είναι η εποχή που τελειώνει η “μυθολογική εξιστόρηση” των αττικών βάζων, η ελληνιστική Ελλάδα δυσκολεύεται να αποκρυπτογραφήσει τις αναφορές τους και ο μύθος δίνει τη θέση του στην ανθρώπινη φιγούρα. Μέχρι την αρχή της κλασσικής περιόδου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των Βοιωτικών εργαστηρίων ήταν κομμάτια μοναδικά. Ένα σώμα που ανέβαινε στον τροχό σαν βάζο προσθέτοντας κεφάλι και χέρια μοντελαρισμένα και πόδια αρθρωτά, τα καμπανόσχημα ειδώλια και μικρά συμπλέγματα με σκηνές της καθημερινής ζωής, φρέσκο και ναιφ μοντελάρισμα χωρίς στερεότυπα. Τα πρώτα ειδώλια γυναικών τύπου Ταναγραίας βγαίνουν από τα Αττικά εργαστήρια γύρω στο 330 και μέχρι το τελευταίο τέταρτο του ΙV αιώνα η διάδοσή τους έχει κάνει το γύρο της Ανατολικής Μεσογείου. Τα βοιωτικά όμως εργαστήρια της Θήβας και της Τανάγρας θα γίνουν οι μεγάλοι παραγωγοί μέχρι οι κοροπλάστες να περάσουν την θάλασσα και να φτάσουν στην άλλη όχθη στην Μύρινα στην Πέργαμο, να καταλάβουν όλα τα μεγάλα κέντρα της Ιωνίας και να εγκατασταθούν σε όλη την επικράτεια των ελληνιστικών διαδρομών.
Οι μικρές πήλινες φιγούρες καλύπτονται με ευφάνταστη πτύχωση στο ένδυμα, πλούσια συχνά κόμμωση, κρατούν βεντάλια και φορούν θολία-το χαρακτηριστικό καπελάκι των Ταναγραίων. Είναι η εικόνα της γυναίκας των ελληνιστικών χρόνων με τους χίλιους τρόπους να αναδεικνύει το σώμα της τυλιγμένο στις εικαστικές πτυχώσεις του ρούχου της και τα αξεσουάρ της εποχής, μια φυσική χάρη που συνέπεσε με τα γούστα της γαλλικής μπουρζουαζίας του ΧΙΧ αιώνα. Οι ανασκαφές του 1870 στην αρχαία πόλη της Τανάγρας ξεσκέπασαν εκατοντάδες πήλινες φιγούρες- κτερίσματα από τάφους της περιοχής, το 1872 εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Λούβρο και το 1873 όλο το Παρίσι υποκλήθηκε στη χάρη της Ταναγραίας.


Το γεγονός ότι βρέθηκαν σε τάφους -ήταν δηλαδή κτερίσματα- δίνει ήδη τον σαφή χαρακτηρισμό της θρησκευτικής προσφοράς προς τις χθόνιες θεότητες που θα συντρόφευαν τον νεκρό στο ταξίδι του στον κάτω κόσμο. Η παρουσία τους επίσης στους ναούς τους αποδίδει την ιδιότητα του αφιερώματος, ex-voto. Είναι δηλαδή τα τάματα των απλών ανθρώπων που δεν μπορούν να αφιερώσουν κάτι πιο πολύτιμο.Τα ακουμπούσαν στους πάγκους των ναών ή γύρω από το λατρευτικό άγαλμα του προστάτη θεού. Τα αφιέρωναν επίσης σε φυσικούς τόπους λατρείας, είτε για να ζητήσουν μια χάρη, είτε για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την εύνοια που είχαν. Η σχέση αναθέτη και ειδωλίου ήταν συμβολική. Το ειδώλιο δεν ήταν το ομοίωμα του προσώπου που το αφιέρωνε. Όταν ο αριθμός τους αυξάνονταν πολύ σε έναν τόπο λατρείας τα έσπαζαν και τα έβαζαν στον ιερό λάκκο έτσι ώστε να μην μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν. Στα σπίτια στόλιζαν με αυτά τα οικογενειακά ιερά “εικονοστάσια”.


Αγγειοπλάστες, ζωγράφοι, γλύπτες, κοροπλάστες, δουλεύουν συνήθως κοντά στους ναούς σε κοινά εργαστήρια. Ο κοροπλάστης μοντελάρει την φιγούρα με πηλό και δίνει το σχήμα του αρχέτυπου. Επειδή όμως το μικρών διαστάσεων γλυπτό της Ταναγραίας φτιαγμένο όλο από πηλό δεν ψήνεται, χρειάζεται ο γλύπτης να περάσει από το στάδιο της μήτρας. Πίεζαν δηλαδή στην επιφάνεια του πρωτότυπου μια στρώση νωπού πηλού συγκεκριμένου πάχους την οποία στη συνέχεια αποσπούσαν με ειδικό τρόπο και αφού στέγνωνε έψηναν στο καμίνι της κεραμικής. Το πρώτο αυτό καλούπι θα αναπαράγει την πρώτη γενιά αντιτύπων. Η ίδια μέθοδος εφαρμόζονταν στη συνέχεια και με τον ίδιο τρόπο στα πρώτης γενιάς ειδώλια, που με τη σειρά της δημιουργούσε τη δεύτερη γενιά ειδωλίων κοκ μέχρι την πέμπτη και έκτη γενιά. Όπως είναι φυσικό, προχωρώντας οι γενιές τα έργα χάνουν σε μέγεθος-λόγω των επάλληλων συστολών του πηλού-αλλά και σε λεπτομέρεια και φινέτσα. Αυτός ήταν και ο δεύτερος καθοριστικός παράγοντας εκτός από το μέγεθος της φθίνουσας ανά γενιά τιμής τους. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ο χρωματισμός τους. Αυξάνονται τα χρώματα και οι οι τόνοι για να αποδώσουν με περισσότερη ακρίβεια τα υφάσματα, την ποιότητα και τον σχεδιασμό τους και η μικρή Ταναγραία γίνεται το“εθνολογικό τεκμήριο για τις ενδυματολογικές τάσεις της εποχής.
Ειρήνη Γκόνου