Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

a prophetic tango


Cambalache (1935)

Que el mundo fue y sera una porqueria,
ya lo se...
En el quinientos seis
y en el dos mil también!
Que siempre ha habido chorros,
maquiavelos y estafaos,
contentos y amargaos,
valores y dublés...
Pero que el siglo veinte
es un despliegue
de maldad insolente
ya no hay quien lo niegue.
Vivimos revolcaos en un merengue
y en un mismo lodo
todos manoseaos...
Hoy resulta que es lo mismo
ser derecho que traidor..!
Ignorante, sabio, chorro,
generoso o estafador!
Todo es igual! Nada es mejor!
Lo mismo un burro
que un gran profesor!
No hay aplazaos ni escalafon,
los inmorales nos han igualao.
Si uno vive en la impostura
y otro roba en su ambicion,
da lo mismo que sea cura,
colchonero, rey de bastos,
caradura o polizon...
Que falta de respeto,
que atropello a la razon!
Cualquiera es un señor!
Cualquiera es un ladron!
Mezclao con Stavisky va Don Bosco
y "La Mignon,"
Don Chicho y Napoleon,
Carnera y San Martin...
Igual que en la vidriera irrespetuosa
de los cambalaches
se ha mezclao la vida
y herida por un sable sin remache
ves llorar la Biblia
contra un calefon.
Siglo veinte, cambalache
problematico y febril!
El que no llora, no mama,
y el que no afana es un gil.
Dale nomas! Dale que va!
Que alla en el horno
nos vamo a encontrar!
No pienses mas,
sentate a un lao.
Que a nadie importa
si naciste honrao.
Que es lo mismo el que labura
noche y dia, como un buey
que el que vive de los otros,
que el que mata o el que cura
o esta fuera de la ley.

That the world was and it will be filth,
I already know...
In the year five hundred and six
and in the year two thousand too!
There always have been thieves,
traitors and victims of fraud,
happy and bitter people,
valuables and imitations
But, that the twentieth century
is a display
of insolent malice,
nobody can deny it anymore.

We lived sunk in a fuzz
and in the same mud
all well-worn...
Today it happens it is the same
to be decent or a traitor!
To be an ignorant, a genius, a pickpocket,
a generous person or a swindler!
All is the same! Nothing is better!
They are the same, an idiot ass
and a great professor!
There are no failing grades or merit valuations,
the immoral have caught up with us.
If one lives in a pose
and another, in his ambition, steals,
it's the same if it's a priest,
a mattress maker, a king of clubs,
a cad or a tramp.
What a lack of respect,
what a way to run over reason!
Anybody is a gentleman!
Anybody is a thief!
Mixed with Stavinsky, you have Don Bosco
and La Mignon
don Chicho and Napoleon,
Carnera and San Martin.
Like in the disrespectful window
of the bazaars,
life is mixed up,
and wounded by a sword without rivets
you can see a Bible crying
next to a water heater.
Twentieth century, bazaar
problematic and feverish!
If you don't cry you don't get fed
and if you don't steal you're a stupid.
Go ahead! Keep it up!
That there, in hell
we're gonna reunite.
Don't think anymore,
move out of the way.
Nobody seems to care
if you were born honest.
It's the same the one who works,
day and night like an ox,
than the one who lives from the others,
than the one that kills or heals
or than the one who lives outside the law.

"...In the fundamental poetic line of Discepolo we see the moralist observing the social context and complaining bitterly about the depravity that surrounds him. He desperately searches for God and painfully denounces the lack of values.
Discepolo contributed to a more instinctive and metaphysical vision of the Tango. In many ways he called for ethical parameters for a sociopolitical scene lacking moral attributes. His first fundamental work was "Que vachache" written in 1925 but the subject of this commentary is "Cambalache" which he wrote about ten years later.
An interpretation of his lyrics may help understand why the military rulers that came into power in 1976 "recommended" that it not be broadcast on radio and television.
Of particular interest are the verses,
"Mixed with Stavinsky (a notorious swindler), you have Don Bosco (catholic priest founder of the Salesian Order)
and La Mignon (a well kept lover), don Chicho (the nickname of the infamous head of the Buenos Aires mafia) and Napoleon, Carnera (a popular Italian boxer) and San Martin (Argentina's general who led the forces of liberation from Argentina to Chile and Peru)".


(http://www.planet-tango.com/lyrics/cambalac.htm)

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Room nr 94A




Three small portraits by Iris Fossier

Contemporary drawing fair in Brussels

The second edition of the Art on Paper Fair will be held from 28 April to 1 May 2011. In the minimalist setting of the White Hotel on Avenue Louise.

Art on Paper will be open to enthusiasts and collectors, with original works on paper from Belgian and foreign galleries on exhibit in the 50 rooms of the hotel.

Drawing in all its aspects will be represented, with modern and contemporary works.

http://www.artonpaper.be/en/gallery.php?id=39

Art on Paper
Avenue Louise 212
1050 Brussels

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

iris fossier à bruxelles


d’une main elle tient la lune

plume aux cheveux et jaunes du cheval en bois

cosmonaute dans son monde aux vagues linéaires

elle gratte dedale panache en l’air

fils d’ ariane au ciel de son gris

Oups!
un dinosaure se casse en morceaux
…sorry!


du 7 avril au 15 mai
a la galerie arielle d'hauterives
rue tasson snel 37
1060 bruxelles

http://www.arielledhauterives.be/artists.php?name=Iris_Fossier

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

μικρές φιλαρέσκειες


Σκύβοντας εκ νέου στο εκλεκιστικό σύμπαν του Μίλτου Παντελιά και της Ειρήνης Γκόνου, στις θολίες και τα αποπτύγματα των αμετανόητων ετούτων συλλεκτών των αιωρούμενων ταινιών και των απαλών αποτυπωμάτων, των επάλληλων αναδιπλούμενων πτυχώσεων και των ανεπαίσθητων εκζητήσεων του απειροελάχιστου, θαυμάζω και πάλι τα εύθραυστα ευρήματα του περικαλλούς τους σύμπαντος.

Διαβάζοντας το κείμενο της Ειρήνης για τις «δικές της» ταναγραίες -τις μικροσκοπικές κόρες-τάματα της αρχαίας καθημερινότητας-, χαμογελώ. Έτυχε και εγώ να επισκεφτώ στο Μουσείο του Λούβρου την ίδια έκθεση τότε, να γοητευτώ εξίσου από τη στιλπνή τρυφερότητα των παρειών και τους ατίθασους βόστρυχους, από τα ίχνη του τολμηρού χρώματος και τους επάλληλους διαλόγους των πτυχώσεων στα ενδύματα των μικρών ταναγραίων του 4ου π.Χ. αιώνα από τη Βοιωτία που αγόραζαν οι εύποροι Γάλλοι συλλέκτες, παροτρύνοντας νοερά τις συμβίες τους να ντυθούν ως άλλες «Ταναγραίες» κι εκείνες στα παρισινά σαλόνια του ύστερου 19ου αιώνα, να αρωματιστούν με αρώματα κλεισμένα σε εξεζητημένα μπουκάλια του ίδιου σχήματος...

Δεκαετίες αργότερα, οι γάλλοι σουρεαλιστές, αναζητώντας συμβολικά για το έργο τους «αντικείμενα πόθου» που να ανάγουν στο ανθρώπινο σώμα, επέλεξαν για το ρόλο αυτό έργα της κλασικής αγαλματοποιίας και κούκλες μόδας. Η εμμονή του Cocteau στο φιλμ Το Αίμα ενός Ποιητή (1930) με την «έμβια πτύχωση» -την κλασική φόρμα που μετατρέπεται σταδιακά σε ένα είδος σώματος- και με το άγαλμα -τη δομή εκείνη που ξεπερνά τα όρια ζωής ενός αληθινού σώματος-, επηρέασε καθοριστικά τη νεότερη ιστορία του ενδύματος, ενώ το θέμα της γυναίκας-μοντέλου-αγάλματος, υπήρξε κυρίαρχο σε έργα της εποχής: το ένδυμα ως περατό έργο τέχνης, το φόρεμα, ως μικρόκοσμος, τόπος κατοικίας και πολυδιάστατη προέκταση της γυναικείας υπόστασης, εισχωρεί έκτοτε συνεχώς εντός των ορίων του σώματος. Στις «Πτυχώσεις» του Μουσείου Μπενάκη, ή στις «Greek Goddesses» του Μουσείου Metropolitan της Νέας Υόρκης, συναντήσαμε και πάλι τη ρευστή γοητεία και την περιπετειώδη αυτοτέλεια της πτύχωσης.

Το σύμπαν του Μίλτου και της Ειρήνης, σπαρμένο με αρχαιολογικές μνήμες, αυτοπροσδιοριζόμενο μέσα από θαρραλέες κι αθόρυβες ασκήσεις στην αισθητική, διάστικτο από ίχνη πολυετών εξερευνήσεων στο επίπονο σχέδιο και τη νωπή μαλακή ύλη, πραγματεύεται το διαχρονικό ελληνικό κάλλος χωρίς την παραμικρή φλυαρία, συντάσσοντας ιδιότυπα εγχειρίδια κομψότητας, θωπεύοντας αρχαιολογικά ευρήματα και θάλλοντα σπαράγματα ιστορίας, ορίζοντας μια γοητευτική μικροκλίμακα θέασης, καθώς, μικρές χθόνιες κόρες της Αφροδίτης με ταινίες και θολίες, με αλεξήλια και πυργόσχημους πόλους, με ανεμίζοντα πτυχωτά ενδύματα, εφευρίσκονται εξ αρχής, επανασχεδιάζοντας την ποιητική ενός άυλου σύμπαντος.

Ίρις Κρητικού, Μάρτιος 2011


www.atriongallery.gr

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

θολίαι τε και αποπτύγματα


Θολίαι τε και αποπτύγματα - δύο όροι από τον κοινό χώρο της τέχνης και της αρχαιολογίας, συνοδεύουν τα πρόσφατα έργα της Ειρήνης Γκόνου και του Μίλτου Παντελιά

Οι θολίες είναι τα ιδιότυπα καπελάκια των Ταναγραίων ειδωλίων της ελληνιστικής εποχής-μιας μεγάλης γενιάς πήλινων γλυπτών με ιδιαίτερη έμφαση στην ένδυση. Η μικρών διαστάσεων σειρά γλυπτών από ψημένο πηλό της Ειρήνης Γκόνου είναι εμπνευσμένη από τα ειδώλια αυτά.

Τα αποπτύγματα-ένα είδος αναδιπλούμενης πτύχωσης, είναι ο όρος που χαρακτηρίζει την νέα σειρά έργων του Μίλτου Παντελιά. Το σώμα της γυναίκας αναδύεται και εικάζεται μέσω της πτύχωσης και είναι τόσο μακρύς στον χρόνο ο εννοιολογικός σύνδεσμος πτύχωσης και γυναικείου κορμιού, ώστε αυτή να ταυτίζεται συνειρμικά με την θηλυκότητα.

Η ATRION GALLERY της Θεσσαλονίκης θα φιλοξενεί την έκθεση "θολίαι τε αποπτύγματα" από τις 7 έως τις 30 Απριλίου 2011.

ATRION GALLERY: Τσιμισκή 94, 54622 Θεσσαλονίκη,

Εγκαίνια: Πέμπτη 7 Απριλίου 2011, στις 19.30

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

my tanagras




τον απρίλιο του 2004 έτυχε να δω στο λούβρο την έκθεση tanagra, mythe et archeologie και να ανακαλύψω τον υπέροχο γυναικείο κόσμο των ταναγραίων. πολλά κοινά στοιχεία στον τρόπο σκέψης και στον τρόπο εκτέλεσης με έκαναν να σκύψω προσεκτικά πάνω στο θέμα και να το ψάξω καλύτερα στην εποχή του.
μέσα από τον κατάλογο του μουσείου ανακάλυψα οτι η τεχνική του πηλού και η μέθοδος ψησίματος των ταναγραίων –η κοροπλαστική- είναι η ίδια ακριβώς μέθοδος που ακολουθώ κι’εγώ από την αρχή της ενασχόλησής μου με την κερακεική γλυπτική. ο άλλος πόλος έλξης ήταν τα διάφορα ενδυματολογικά στοιχεία και αξεσουάρ της εποχής που χαρακτηρίζουν την φιγούρα, το μικρό της σχήμα, η χάρη και απλότητά της, όπως επίσης και το γεγονός οτι δεν ανήκει στην κατηγορία της «μεγάλης γλυπτικής», αλλά συναλλάσεται ως ένα «ομοίωμα» με όλο τον κόσμο. μπορούσε δηλαδή να συντροφεύει τον απλό άνθρωπο σε όλες τις στιγμές της ζωής του, όπως κάνει ακόμα σήμερα ένα αφρικάνικο ειδώλιο. μία τέχνη που είναι η ίδια η ζωή χωρίς περιτά και χωρίς τον ιδιαίτερο χώρο που εμείς την τοποθετούμε σήμερα.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

όταν τα ειδώλια φορούσαν τα καλά τους


Το κείμενο που ακολουθεί είναι σημειώσεις που έγραψα μελετώντας το θέμα της Ταναγραίας, την σημασία τους και την τεχνική τους, δουλεύοντας την έκθεση “θολίαι τε και αποπτύγματα”. Η έκθεση που θα γίνει τον Απρίλιο του 2011 στην γκαλερί Άτριο της Θεσσαλονίκης μαζί με τον Μίλτο Παντελιά στο κομμάτι αποπτύγματα, είναι ένας εικαστικός διάλογος σε μία “αρχαιολογική” περιρρέουσα ατμόσφαιρα.


Είναι η εποχή που τελειώνει η “μυθολογική εξιστόρηση” των αττικών βάζων, η ελληνιστική Ελλάδα δυσκολεύεται να αποκρυπτογραφήσει τις αναφορές τους και ο μύθος δίνει τη θέση του στην ανθρώπινη φιγούρα. Μέχρι την αρχή της κλασσικής περιόδου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των Βοιωτικών εργαστηρίων ήταν κομμάτια μοναδικά. Ένα σώμα που ανέβαινε στον τροχό σαν βάζο προσθέτοντας κεφάλι και χέρια μοντελαρισμένα και πόδια αρθρωτά, τα καμπανόσχημα ειδώλια και μικρά συμπλέγματα με σκηνές της καθημερινής ζωής, φρέσκο και ναιφ μοντελάρισμα χωρίς στερεότυπα. Τα πρώτα ειδώλια γυναικών τύπου Ταναγραίας βγαίνουν από τα Αττικά εργαστήρια γύρω στο 330 και μέχρι το τελευταίο τέταρτο του ΙV αιώνα η διάδοσή τους έχει κάνει το γύρο της Ανατολικής Μεσογείου. Τα βοιωτικά όμως εργαστήρια της Θήβας και της Τανάγρας θα γίνουν οι μεγάλοι παραγωγοί μέχρι οι κοροπλάστες να περάσουν την θάλασσα και να φτάσουν στην άλλη όχθη στην Μύρινα στην Πέργαμο, να καταλάβουν όλα τα μεγάλα κέντρα της Ιωνίας και να εγκατασταθούν σε όλη την επικράτεια των ελληνιστικών διαδρομών.
Οι μικρές πήλινες φιγούρες καλύπτονται με ευφάνταστη πτύχωση στο ένδυμα, πλούσια συχνά κόμμωση, κρατούν βεντάλια και φορούν θολία-το χαρακτηριστικό καπελάκι των Ταναγραίων. Είναι η εικόνα της γυναίκας των ελληνιστικών χρόνων με τους χίλιους τρόπους να αναδεικνύει το σώμα της τυλιγμένο στις εικαστικές πτυχώσεις του ρούχου της και τα αξεσουάρ της εποχής, μια φυσική χάρη που συνέπεσε με τα γούστα της γαλλικής μπουρζουαζίας του ΧΙΧ αιώνα. Οι ανασκαφές του 1870 στην αρχαία πόλη της Τανάγρας ξεσκέπασαν εκατοντάδες πήλινες φιγούρες- κτερίσματα από τάφους της περιοχής, το 1872 εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Λούβρο και το 1873 όλο το Παρίσι υποκλήθηκε στη χάρη της Ταναγραίας.


Το γεγονός ότι βρέθηκαν σε τάφους -ήταν δηλαδή κτερίσματα- δίνει ήδη τον σαφή χαρακτηρισμό της θρησκευτικής προσφοράς προς τις χθόνιες θεότητες που θα συντρόφευαν τον νεκρό στο ταξίδι του στον κάτω κόσμο. Η παρουσία τους επίσης στους ναούς τους αποδίδει την ιδιότητα του αφιερώματος, ex-voto. Είναι δηλαδή τα τάματα των απλών ανθρώπων που δεν μπορούν να αφιερώσουν κάτι πιο πολύτιμο.Τα ακουμπούσαν στους πάγκους των ναών ή γύρω από το λατρευτικό άγαλμα του προστάτη θεού. Τα αφιέρωναν επίσης σε φυσικούς τόπους λατρείας, είτε για να ζητήσουν μια χάρη, είτε για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την εύνοια που είχαν. Η σχέση αναθέτη και ειδωλίου ήταν συμβολική. Το ειδώλιο δεν ήταν το ομοίωμα του προσώπου που το αφιέρωνε. Όταν ο αριθμός τους αυξάνονταν πολύ σε έναν τόπο λατρείας τα έσπαζαν και τα έβαζαν στον ιερό λάκκο έτσι ώστε να μην μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν. Στα σπίτια στόλιζαν με αυτά τα οικογενειακά ιερά “εικονοστάσια”.


Αγγειοπλάστες, ζωγράφοι, γλύπτες, κοροπλάστες, δουλεύουν συνήθως κοντά στους ναούς σε κοινά εργαστήρια. Ο κοροπλάστης μοντελάρει την φιγούρα με πηλό και δίνει το σχήμα του αρχέτυπου. Επειδή όμως το μικρών διαστάσεων γλυπτό της Ταναγραίας φτιαγμένο όλο από πηλό δεν ψήνεται, χρειάζεται ο γλύπτης να περάσει από το στάδιο της μήτρας. Πίεζαν δηλαδή στην επιφάνεια του πρωτότυπου μια στρώση νωπού πηλού συγκεκριμένου πάχους την οποία στη συνέχεια αποσπούσαν με ειδικό τρόπο και αφού στέγνωνε έψηναν στο καμίνι της κεραμικής. Το πρώτο αυτό καλούπι θα αναπαράγει την πρώτη γενιά αντιτύπων. Η ίδια μέθοδος εφαρμόζονταν στη συνέχεια και με τον ίδιο τρόπο στα πρώτης γενιάς ειδώλια, που με τη σειρά της δημιουργούσε τη δεύτερη γενιά ειδωλίων κοκ μέχρι την πέμπτη και έκτη γενιά. Όπως είναι φυσικό, προχωρώντας οι γενιές τα έργα χάνουν σε μέγεθος-λόγω των επάλληλων συστολών του πηλού-αλλά και σε λεπτομέρεια και φινέτσα. Αυτός ήταν και ο δεύτερος καθοριστικός παράγοντας εκτός από το μέγεθος της φθίνουσας ανά γενιά τιμής τους. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ο χρωματισμός τους. Αυξάνονται τα χρώματα και οι οι τόνοι για να αποδώσουν με περισσότερη ακρίβεια τα υφάσματα, την ποιότητα και τον σχεδιασμό τους και η μικρή Ταναγραία γίνεται το“εθνολογικό τεκμήριο για τις ενδυματολογικές τάσεις της εποχής.
Ειρήνη Γκόνου